Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

Τρελός έρωτας... (δημώδες)


Μια μέρα συγκεντρώθηκαν σε κάποιο μέρος της γης όλα τα συναισθήματα και όλες οι αξίες του ανθρώπου.
Η Τρέλα αφού συστήθηκε 3 φορές στην Ανία της πρότεινε να παίξουν κρυφτό. Το Ενδιαφέρον σήκωσε το φρύδι και περίμενε να ακούσει ενώ η Περιέργεια χωρίς να μπορεί να κρατηθεί ρώτησε: "Τι είναι το κρυφτό;".
Ο Ενθουσιασμός άρχισε να χορεύει παρέα με την Ευφορία και η Χαρά άρχισε να πηδάει πάνω κάτω για να καταφέρει να πείσει το Δίλημμα και την Απάθεια-την οποία δεν την ενδιέφερε ποτέ τίποτα-να παίξουν κι αυτοί.
Αλλά υπήρχαν πολύ που δεν ήθελαν να παίξουν: Η Αλήθεια δεν ήθελε να παίξει γιατί ήξερε ότι ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα την αποκάλυπταν, η Υπεροψία έβρισκε το παιχνίδι χαζό και ο 'Ανανδρος δεν ήθελε να ρισκάρει.
"Ένα, δύο, τρία" άρχισε να μετράει η Τρέλα. Η πρώτη που κρύφτηκε ήταν η Τεμπελιά. Μιας και βαριόταν κρύφτηκε στον πρώτο βράχο που συνάντησε.
Η Πίστη πέταξε στους ουρανούς και η Ζήλια κρύφτηκε στην σκιά του Θριάμβου ο oποίος με την δύναμη του κατάφερε να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό δέντρο.
Η Γενναιοδωρία δεν μπορούσε να κρυφτεί γιατί κάθε μέρος που έβρισκε της φαινόταν υπέροχο μέρος για να κρυφτεί κάποιος άλλος φίλος της οπότε την άφηνε ελεύθερη . Και έτσι η Γενναιοδωρία κρύφτηκε σε μια ηλιαχτίδα.
Ο Εγωισμός αντιθέτως βρήκε αμέσως κρυψώνα ένα καλά κρυμμένο και βολικό μέρος μόνο για αυτόν. Το Ψέμα πήγε και κρύφτηκε στον πάτο του ωκεανού. Το Πάθος και ο Πόθος κρύφτηκαν μέσα σε ένα ηφαίστειο.
Ο Έρωτας δεν είχε βρει ακόμη κάπου να κρυφτεί. Έβρισκε όλες τις κρυψώνες πιασμένες, ώσπου βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και κρύφτηκε εκεί.
"....1000" μέτρησε η Τρέλα και άρχισε να ψάχνει. Την πρώτη που βρήκε ήταν η Τεμπελιά αφού δεν είχε κρυφτεί και πολύ μακριά. Μετά βρήκε την Πίστη που μίλαγε στον ουρανό με τον Θεό για θεολογία. Ένιωσε τον "ρυθμό" του Πόθου και του Πάθους στο βάθος του ηφαιστείου και αφού βρήκε την Ζήλια δεν ήταν καθόλου δύσκολο να βρει και τον Θρίαμβο.
Βρήκε πολύ εύκολα το Δίλημμα που δεν είχε ακόμη αποφασίσει που να κρυφτεί. Σιγά σιγά τους βρήκε όλους εκτός από τον Έρωτα. Η Τρέλα έψαχνε παντού, πίσω από κάθε δένδρο, κάτω από κάθε πέτρα, σε κάθε κορφή βουνού, μα τίποτα. Όταν ήταν σχεδόν έτοιμη να τα παρατήσει βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και άρχισε να τον κουνάει νευρικά ώσπου άκουσε ένα βογγητό πόνου. Ήταν ο Έρωτας που τα αγκάθια από τα τριαντάφυλλα του είχαν πληγώσει τα μάτια. Η Τρέλα δεν ήξερε πως να επανορθώσει, έκλαιγε, ζήταγε συγνώμη και στο τέλος υποσχέθηκε να γίνει ο οδηγός του Έρωτα.
Κι έτσι από τότε ο Έρωτας είναι πάντα τυφλός και η Τρέλα πάντα τον συνοδεύει.

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

Καλό; Κακό;

Ένας γέρος και ο υιος του δούλευαν σε ένα μικρό κτήμα. Είχαν μόνο ένα άλογο να τους σέρνει το αλέτρι.
Μια μέρα, το άλογο το έσκασε."Τρομερό", είπαν οι γείτονες. "Μεγάλη κακοτυχία".
"Ποιος ξέρει αν είναι κακοτυχία ή καλή τύχη", απάντησε ο αγρότης.

Μια εβδομάδα αργότερα, το άλογο επέστρεψε από τα βουνά, φέρνοντας μαζί του στον στάβλο πέντε άγριεδες φοράδες."Τι καλή τύχη!" είπαν οι γείτονες."Καλή τύχη; Κακή τύχη; Ποιος ξέρει;" απάντησε ο γέρος.

Την επόμενη μέρα, ο υιός, προσπαθώντας να εξημερώσει ένα από τα άλογα έπεσε και έσπασε το πόδι του."Τρομερό! Πολύ μεγάλη κακοτυχία""Κακοτυχία ή καλή τύχη;

"Ο στρατός πέρασε από όλα τα κτήματα για να πάρει τους νεαρούς άντρες στον πόλεμο. Ο υιός του αγρότη δεν τους ήταν χρήσιμος, χτυπημένος όπως ήταν, τον άφησαν."Καλό; Κακό"

Όταν σταματήσουμε να προϋποθέτουμε ότι γνωρίζουμε τι είναι τελικά καλό ή κακό και αντιθέτως εμμένουμε στην πίστη -όταν βιώνουμε κάθε στιγμή δίχως κριτική και προσδοκία- ζούμε με διαφορετικό τρόπο.
Οι γνώστες είναι μια συντηρητική τάξη, προσκολλημένοι στο πώς θα έπρεπε να είναι τα πράγματα, λύνοντας προβλήματα, αγωνιζόμενοι να κάνουν τα πάντα "σωστά".Τί θα συνέβαινε αν παύαμε να βγάζουμε συμπεράσματα για το τι σημαίνουν όλα ή πώς θα έπρεπε να λειτουργούν τα πράγματα, και απλώς αφήναμε τη ζωή να εκτυλιχθεί, κάνοντας το καλύτερο με κάθε νέο κύμα ευχαρίστησης ή πόνου, επιτυχίας ή αποτυχίας -όλα μέρη της συνολικής δομής της ζωής; Διότι, όσα συνέβησαν σε εμάς, ασχέτως με το πόσο ευχάριστα ή τραγικά ή απίθανα ήταν, έπρεπε να συμβούν. Έπρεπε να συμβούν γιατί συνέβησαν και τίποτα δεν μπορεί να το αλλάξει.
Η αποδοχή είναι ένας από τους παγκόσμιους νόμους της ζωής -η πιο δημιουργική, θετική και ευφυής στάση που μπορούμε να πάρουμε σε οποιαδήποτε στιγμή ή εμπειρία. Η αντίσταση είναι μάταιη. (Και εξαντλητική!) [...]To σκασμένο λάστιχο όταν έχουμε καθυστερήσει σε μια σημαντική συνάντηση μπορεί να καταλήξει να μας σώσει από ένα μοιραίο δυστύχημα στην επόμενη διασταύρωση -ή μπορεί να μας οδηγήσει σε αυτό.
Το ζήτημα είναι ότι δεν το γνωρίζουμε. Έχοντας καταλάβει αυτό, σταματάμε να παίζουμε τον ρόλο του Θεού.Οι αγώνες της ζωής μας προσφέρουν καλύτερες στιγμές μάθησης. Η πίστη είναι το θάρρος να ζει κανείς σαν τα πάντα να συμβαίνουν για το ανώτερο καλό μας και τη διδαχή μας.
Έτσι, όποτε αντιστεκόμαστε στην πραγματικότητα ή αντιμετωπίζουμε προκλήσεις, μπορούμε να θυμίζουμε στον εαυτό μας: "καλή τύχη; κακή τύχη; ποιος ξέρει;" Αυτή η προοπτική μπορεί να μας βοηθήσει να χαλαρώσομε περισσότερο γύρω από το θέμα της ζωής, της πίστης και του μυστηρίου. Διότι, απλώς δεν ξέρουμε.
Dan Millman, Η Σοφία του Ειρηνικού πολεμιστή.

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

ΤΟ ΡΑΓΙΣΜΕΝΟ ΔΟΧΕΙΟ


Μια γριά κινέζα κουβαλούσε νερό με δύο μεγάλα δοχεία, κρεμασμένα από τους ώμους της.
Το ένα δοχείο ήταν άψογο και μετέφερε πάντα όλη την ποσότητα νερού που έπαιρνε.
Το άλλο είχε μια ρωγμή και στο τέλος της μακριάς διαδρομής από το ρυάκι στο σπίτι έφθανε μισοάδειο.
Έτσι για δύο ολόκληρα χρόνια η γριά κουβαλούσε καθημερινά μόνο ενάμισι δοχείο νερό στο σπίτι της.
Φυσικά το τέλειο δοχείο ένοιωθε υπερήφανο που εκπλήρωνε απόλυτα και τέλεια το σκοπό για τον οποίο είχε κατασκευαστεί.
Το ραγισμένο δοχείο ήταν δυστυχισμένο που μόλις και μετά βίας μετέφερε τα μισά από αυτά που έπρεπε και ένοιωθε ντροπή για την ατέλεια του.
Ύστερα από δύο χρόνια δεν άντεχε πια την κατάσταση αυτή και αποφάσισε να μιλήσει στη γριά.
«Ντρέπομαι τόσο για τον εαυτό μου και θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη!»
«Μα γιατί;» ρώτησε η γριά.«Για ποιο λόγο νιώθεις ντροπή;»
«Ε, να ! Δύο χρόνια τώρα μεταφέρω μόνο το μισό νερό λόγω της ρωγμής μου και εξαιτίας μου κοπιάζεις άδικα και εσύ!»
Η γριά χαμογέλασε: «Παρατήρησες ότι στο μονοπάτι υπάρχουν λουλούδια μόνο στη δική σου πλευρά και όχι στη μεριά του άλλου δοχείου; Πρόσεξα την ατέλειά σου και την εκμεταλλεύτηκα.»
«Φύτεψα σπόρους στην πλευρά σου και εσύ τους πότιζες. Δύο χρόνια τώρα μαζεύω τα άνθη και στολίζω το τραπέζι μου.Αν δεν ήσουν εσύ αυτή η ομορφιά δε θα λάμπρυνε το σπίτι μου!»
Βέβαια δεν ήταν η ατέλειά του δοχείου που το έκανε ξεχωριστό αλλά η ιδιαίτερη ικανότητα της γριάς να διακρίνει και να χρησιμοποιήσει την αδυναμία του.
Ο καθένας μας έχει τις «ρωγμές» του και τις «αδυναμίες» του που μπορούν να γίνουν χρήσιμες και να ομορφύνουν τη ζωή μας.
Κάθε «ρωγμή» μπορεί να κάνει τη ζωή μας πιο πλούσια και πιο ενδιαφέρουσα, αρκεί να βρει κάποιος την ομορφιά που μπορεί να δώσει η ατέλειά μας.
«Ραγισμένοι» φίλοι, μην ξεχνάτε να σταματάτε στην άκρη του δρόμου και να απολαμβάνετε το άρωμα των λουλουδιών που φυτρώνουν στη μεριά σας.
Αν ο καθένας μας μετέτρεπε σαν τη γριά τις ατέλειες του διπλανού του σε κάτι χρήσιμο και όμορφο, σίγουρα ο κόσμος μας θα ήταν καλλίτερος.

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

Οι αριστούχοι και οι «άλλοι»

Οι αριστούχοι και οι «άλλοι»
Του Χρήστου Κάτσικα xkatsikas@xkatsikas.gr ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: 22 Σεπτεμβρίου 2009
Ένα μεγάλο χάσμα έχει δημιουργηθεί στις σχολικές τάξεις τα τελευταία χρόνια όσον αφορά τις επιδόσεις των μαθητών. Χάσμα που αναδείχθηκε ιδιαίτερα στα αποτελέσματα των τελευταίων Πανελλαδικών Εξετάσεων, όπου καταγράφηκε το μεγαλύτερο ποσοστό αριστούχων την ίδια στιγμή που ένας στους τρεις υποψηφίους έγραψε κάτω από τη βάση και από αυτούς περισσότεροι από τους μισούς έδωσαν σχεδόν λευκή κόλλα! Άλογα κούρσας και ουραγοί! Τι συμβαίνει; Σαν να αντανακλά η κίνηση των βάσεων την ίδια την κοινωνία. Μια κοινωνία όπου οι φτωχοί γίνονται φτωχότεροι και οι πλούσιοι πλουσιότεροι. Και στη μέση σμπαραλιασμένα τα μεσαία στρώματα. Από την άλλη φαίνεται καθαρά ότι έχει συντελεστεί αθέατα αλλά σταθερά μια σημαντική αλλαγή στους υποψηφίους. Δίπλα στα «άλογα κούρσας» με τα 18άρια και τα 19άρια που τινάζουν τις βάσεις στον αέρα διαμορφώνονται οι ουραγοί, μια μεγάλη ομάδα (ίσως η μεγαλύτερη μετά τη μεταπολίτευση) παιδιών, κυρίως από τα λαϊκά στρώματα (γόνοι αγροτών, εργατών, μικροϋπαλλήλων κ.λπ.), οι οποίοι έχουν γυρίσει την πλάτη στη σχολική εκπαίδευση σαν απάντηση στο γεγονός ότι η τελευταία δεν έχει έχει πλέον να τους προσφέρει αυτό που απλόχερα, στο πεδίο των επαγγελματικών προοπτικών, πρόσφερε στο παρελθόν. Πριν από περίπου 30 χρόνια, την ακαδημαϊκή χρονιά 1981/82, σύμφωνα με τις αντιλήψεις της συντριπτικής πλειονότητας των φοιτητών/τριών, στην ερώτηση «Νομίζετε ότι στη σημερινή ελληνική κοινωνία τα άτομα έχουν τη δυνατότητα να μεταπηδούν σε μια κοινωνική τάξη ανώτερη από αυτή στην οποία βρίσκονται οι γονείς τους;» η καταφατική απάντηση συγκέντρωσε συνολικά το 95% των φοιτητών/τριών. Πρόκειται, βέβαια, για πεποίθηση που «χρώσταγε» τα οικοδομικά υλικά του σχηματισμού της σε εκείνη την περίοδο (και ακόμη προγενέστερα) στην οποία, πράγματι, η εκπαίδευση διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην ένταξη εκατοντάδων χιλιάδων νέων από όλα τα κοινωνικά στρώματα στις πολλαπλές νέες θέσεις εργασίας που «αναφύονταν» κατά χιλιάδες τόσο με το «άνοιγμα» του δημόσιου τομέα όσο και με τη διόγκωση του τριτογενούς τομέα, των υπηρεσιών κ.λπ. Οι πανεπιστημιακοί τίτλοι και τα διπλώματα αποκτούν την ίδια περίοδο τη λειτουργία που είχαν παλαιότερα οι «τίτλοι ευγενείας» για την κατάληψη μιας ευνοημένης επαγγελματικής θέσης και φυσικά μαγνητίζουν ιδιαίτερα εκείνα τα τμήματα του πληθυσμού που προσπαθούν να σπρώξουν τα παιδιά τους- μέσω της εκπαίδευσης- στην άλλη πλευρά του λόφου, εκεί όπου απουσιάζει η χειρωνακτική εργασία, η ανασφάλεια και τα χαμηλά εισοδήματα. Η εκπαίδευση για τους φτωχούς και μεσαίους αγρότες της εποχής ήταν μια επένδυση για τα παιδιά τους προστατευμένη από τον πληθωρισμό που φλόγιζε την ελπίδα να τα δουν να περνάνε στην αντίπερα όχθη, στα μεσαία και ανώτερα στρώματα. «Να φύγει», «να σπουδάσει», «να γίνει δάσκαλος, γιατρός, καθηγητής, δημόσιος υπάλληλος», «χορτάρι να βοσκήσω, αλλά να σπουδάσει». Η ιδεολογία της κοινωνικής ανόδου αποκτά αυτήν την περίοδο μια άνευ προηγουμένου εμβέλεια. Είκοσι οκτώ χρόνια αργότερα, σήμερα, τα πράγματα έχουν αλλάξει σημαντικά. Μιλάμε για ανατροπή στις καταστάσεις, στα δεδομένα και στις πεποιθήσεις. Το «κλειδί του παραδείσου», το Πανεπιστήμιο, που την προηγούμενη περίοδο πρόβαλε σαν το σκαλοπάτι που έπρεπε ν΄ ανέβουν τα παιδιά των λαϊκών οικογενειών για να «αποκατασταθούνεξασφαλιστούν», δεν υπάρχει πια. Τα πτυχία έχουν χάσει την αποτελεσματικότητα που είχαν στο παρελθόν ως μέσα επαγγελματικής προώθησης, καθώς η ολοένα και αυξανόμενη ανεργία «σαρώνει» όλων των ειδών τους τίτλους, ιδιαίτερα όταν δεν συνοδεύονται από υψηλή καταγωγή, «δίκτυο σχέσεων- γνωριμιών» και «κληρονομικά δικαιώματα». Ακόμη παραπέρα. Σε αντίθεση με το παρελθόν, όχι μόνο το παιδί μιας εργατικής ή αγροτικής οικογένειας με το πτυχίο της Φιλολογίας ή κάποιου Τμήματος του Παντείου ή της Νομικής δεν έχει εγγυημένη επαγγελματική προοπτική, αλλά και το παιδί μιας οικογένειας εκπαιδευτικών ή δημοσίων υπαλλήλων ή μικροεμπόρων με το πτυχίο στο χέρι είναι πιθανόν να έχει καθοδική κοινωνική κινητικότητα, να βρεθεί δηλαδή σε χειρότερη θέση επαγγελματικά, κοινωνικά, οικονομικά από τους γονείς του, οι οποίοι είχαν πετύχει ανοδική κοινωνική τροχιά στην προηγούμενη γενιά. Είναι απαραίτητο να σημειώσουμε εδώ ότι αυτή η πραγματικότητα σημαίνει και την αναίρεση οποιασδήποτε εγγυημένης δυνατότητας ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας μέσα από την πρόσβαση στον εκπαιδευτικό μηχανισμό, γεγονός που οδηγεί στη σταδιακή διάλυση των παραδοσιακών αντιλήψεων που συγκροτούνταν γύρω από τον εκπαιδευτικό μηχανισμό. Ακυρώνεται έτσι ένα ολόκληρο φάσμα κοινωνικών προσδοκιών, συγκροτημένο εδώ και αρκετές δεκαετίες για τη δυνατότητα εργασιακής απασχόλησης μέσα από την πρόσβαση στην εκπαίδευση και τα διαπιστευτήριά της. Οι προσδοκίες, βέβαια, αυτές την τελευταία 15ετία δέχθηκαν απανωτά χτυπήματα από την εργασιακή αβεβαιότητα, την ετεροαπασχόληση, υποαπασχόληση, μισθολογική υποβάθμιση.
ΧΑΘΗΚΕ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ
Το «κλειδί του παραδείσου», το Πανεπιστήμιο, που πριν από 30 χρόνια πρόβαλε σαν το σκαλοπάτι που έπρεπε ν΄ ανέβουν τα παιδιά των λαϊκών οικογενειών για να «αποκατασταθούν - εξασφαλιστούν», δεν υπάρχει πια………

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009

Σαν Μισοβρασμένα Βατραχάκια

Σαν μισοβρασμένα βατραχάκια
ΚΕΙΜΕΝΑ-ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΜΑΡΙΑ ΜΥΣΤΑΚΙΔΟΥ


Πόσο γρήγορα μπορεί κάποιος να συνηθίσει το άσχημο και να ξεχάσει το αποτρόπαιο;

Διαβάστε την ιστορία του «βατράχου που δεν ήξερε ότι θα γίνει βραστός».
Η ιστορία είναι μια αλληγορία, που δημοσιεύτηκε σε βιβλίο του Ελβετού Ολιβιέ Κλερκ, συγγραφέα και φιλοσόφου, που προσπαθεί με φαινομενικά απλές ιστορίες να αφυπνίσει τους πολίτες για τις δυσμενείς αλλαγές που αγόγγυστα δέχονται στη ζωή τους.

Η ιστορία έχει ως εξής: «Φανταστείτε μια κατσαρόλα γεμάτη κρύο νερό, μέσα στο οποίο κολυμπά ανέμελα ένα βατραχάκι. Κάτω από την κατσαρόλα ανάβεται μια μικρή φωτιά και το νερό αρχίζει να ζεσταίνεται πολύ σιγά. Το νερό, γίνεται χλιαρό και το βατραχάκι, βρίσκοντάς το μάλλον ευχάριστο, συνεχίζει να κολυμπά χαρούμενο.
Η θερμοκρασία του νερού συνεχίζει να ανεβαίνει.Τώρα το νερό είναι πιο ζεστό, απ' ό,τι το βατραχάκι θα θεωρούσε ευχάριστο, αισθάνεται λίγο κουρασμένο, παραταύτα δεν αισθάνεται φόβο.
Τώρα το νερό είναι πραγματικά ζεστό και το βατραχάκι αρχίζει να αισθάνεται δυσάρεστα, αλλά είναι εξουθενωμένο. Γι' αυτόν τον λόγο υπομένει και δεν αντιδρά. Η θερμοκρασία συνεχίζει να ανεβαίνει και τελικά το βατραχάκι βράζει και πεθαίνει.

Εάν έριχναν το ίδιο βατραχάκι κατ' ευθείαν σε νερό με υψηλή θερμοκρασία, με μια εκτίναξη των ποδιών του θα είχε πηδήξει αμέσως έξω από την κατσαρόλα. Και θα είχε σωθεί.

Πράγμα που αποδεικνύει, ότι όταν μια αλλαγή γίνει με τρόπο σχετικά αργό, διαφεύγει τη συνείδηση και στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν προκαλεί καμία αντίδραση, καμιά αντίσταση, καμία επανάσταση.
Εάν παρατηρούσαμε αυτό που συμβαίνει στην κοινωνία μας εδώ και λίγες δεκαετίες, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε ότι υφιστάμεθα μια αργή, αλλά σταδιακή εξαφάνιση των πανανθρώπινων αξιών μας και των ιδανικών μας. Δεν το καταλαβαίνουμε, όμως, γιατί γίνεται αργά και σιγά, για να το συνηθίζουμε.
Ενα μεγάλο μέρος καταστάσεων που πριν από 20, 30 ή 40 χρόνια θα μας έκαναν να φρίξουμε, και να βγούμε στους δρόμους, σιγά σιγά έγιναν κοινοί τόποι και σήμερα περνάνε απαρατήρητοι ή αφήνουν τελείως αδιάφορη την πλειονότητα του κόσμου.Στο όνομα της προόδου, της επιστήμης και του κέρδους, γίνονται διαρκώς αυθαιρεσίες κατά της προσωπικής ελευθερίας, της αξιοπρέπειας, της ακεραιότητας της φύσεως, της ομορφιάς και της χαράς της ζωής, με αργό ρυθμό, αλλά ασταμάτητα, με τη συνεχή συνενοχή των αδαών θυμάτων, που ίσως και στο μεταξύ να έχουν χάσει την ικανότητα και τη θέλησή τους να αμυνθούν.

Τα άσχημα προγνωστικά για το μέλλον μας, αντί να προκαλούν αντιδράσεις και εξεγέρσεις, δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να προετοιμάζουν ψυχολογικά τον κόσμο, ώστε να υφίσταται και να αποδέχεται τις εξαθλιωτικές και δραματικές συνθήκες ζωής που μας επιβάλλονται. Το συνεχές σφυροκόπημα από τα ΜΜΕ με την υπερπληροφόρηση, τις κακόγουστες εκπομπές και τα reality shows, που ισοπεδώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, μεταλλάσσουν τον ανήσυχο ανθρώπινο νου σε παθητικό δέκτη, που απλά εκτελεί εντολές χωρίς κρίση και ικανότητα να αντιλαμβάνεται τι γίνεται γύρω του.



Συνειδητοποίηση ή βράσιμο. Πρέπει να διαλέξετε!»

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2009

Διάλογος για Εκπαιδευτικά Θέματα

Τι δασκάλους έχουμε; Αστέριος Παντοκράτορας ( Συνταξιούχος )

Εδώ και πολλά χρόνια ήθελα να διατυπώσω μερικές σκέψεις για την κατάσταση της παιδείας στη χώρα μας, αλλά το ανέβαλα συνεχώς. Έχουν ειπωθεί τόσα πολλά, ώστε αναρωτιέται κανείς αν μπορεί να προσθέσει κάτι σημαντικό. Όλοι συμ­φωνούν ότι πρέπει να αυξηθούν ο δαπάνες για την παιδεία με στόχο το 5% του ΑΕΠ, να βελτιωθεί η περιβόητη υλικοτεχνική υποδομή, να υπάρχει επι­μόρφωση των εκπαιδευτικών, να υπάρχουν καλά βιβλία κ.λπ. Τελικά, το αποφάσισα όταν ένας συ­νάδελφος του Πολυτεχνείου μάς κοινοποίησε τα αποτελέσματα της τελευταίας έκθεσης αξιολόγη­σης των μαθητών που διενεργείται από το διεθνές πρόγραμμα ΡΙ5Α. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα αυτά, η Δημοκρατία της Τσεχίας, που ξοδεύει ανά μαθητή μόνο το 1/3 των χρημάτων που ξοδεύουν οι Η.Π.Α., παρουσιάζει μία από τις δέκα καλύτε­ρες επιδόσεις στον κόσμο. Αυτό οφείλεται κυρίως στην ποιότητα των δασκάλων. Αλλά τι σημαίνει καλός δάσκαλος σε όποια βαθμίδα της εκπαίδευ­σης;

Καλός δάσκαλος είναι αυτός που έχει μεράκι γι' αυτό που κάνει, γνωρίζει καλά το αντικείμενο του μαθήματος, αγαπάει και σέβεται τους μαθητές του, διδάσκει με παραδείγματα και επιζητεί το διάλογο, δέχεται τις ερωτήσεις κατά τη διάρκεια του μαθήματος, αντέχει την αμφισβήτηση ακόμη και την επιθετικότητα του μαθητή, δεν τον ενο­χλούν οι παλιές αίθουσες και τα συνθήματα στους τοίχους, δεν κάνει επίδειξη γνώσεων, δεν ειρω­νεύεται τους μαθητές, δεν προσπαθεί να καλύψει την ανεπάρκεια του με υπερβολική αυστηρότητα, δηλώνει με ειλικρίνεια την αδυναμία του να απα­ντήσει σε κάποια ερώτηση, δημιουργεί οικειότητα και φιλία με τους μαθητές, είναι έτοιμος να ασχοληθεί με τα προσωπικά τους προβλήματα, μεταδί­δει γνώσεις αλλά και την αγάπη για τη γνώση και καλλιεργεί και οξύνει την κρίση των μαθητών του. Μετά την αποφοίτηση η επικοινωνία του δασκά­λου με το μαθητή λήγει, και ο μαθητής ακολουθεί το δικό του δρόμο. Καλός δάσκαλος είναι αυτός που επιβιώνει με θετικά συναισθήματα στη μνήμη των μαθητών του. Πόσοι από μας δεν οφείλουμε άραγε την ύπαρξη και την προκοπή μας σε έναν καλό λόγο, σε μια ενέργεια ή στην έντονη επιρ­ροή ενός καλού δασκάλου στη ζωή μας; Και πό­σοι από αυτούς τους δασκάλους που επηρέασαν θετικά τη ζωή μας δεν έζησαν και έδρασαν σε αντίξοες συνθήκες;
Τα λεφτά για την παιδεία και η περίφημη υλι­κοτεχνική υποδομή ασφαλώς και είναι απαραίτη­τα, αλλά σημαντικότερο από όλα είναι, κατά τη γνώμη μου, η ποιότητα των δασκάλων. Χρέος της Πολιτείας είναι να διορίζει σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης δασκάλους ικανούς και με μερά­κι για τη δουλειά τους. Πιστεύω ακράδαντα ότι η παιδεία μας θα βελτιωθεί σημαντικά, χωρίς να περιμένουμε «αιώνια» τη βελτίωση της υλικοτε­χνικής υποδομής.

Είμαι σίγουρος ότι πολλοί θα χαμογελάσουν, και ενδεχομένως «ειρωνικά», με την άποψη αυτή, αλλά η πίστη μου στηρίζεται στη μακροχρόνια ενασχόληση μου με τη διδασκαλία. Πρόσφατα σε δημοτικό σχολείο της περιοχής άλλαξε ο διευ­θυντής. Τη θέση του παλιού βαριεστημένου διευ­θυντή ανέλαβε ένας νέος ορεξάτος δάσκαλος που αφιερώνει το χρόνο του για τη βελτίωση της λει­τουργίας του σχολείου. Το πνεύμα στο σχολείο έχει αλλάξει ριζικά με την ίδια υλικοτεχνική υπο­δομή. Οι νεαροί μαθητές ξυπνούν και πηγαίνουν με χαρά και ενθουσιασμό στο σχολείο, ενώ πριν δεν έδειχναν ιδιαίτερο ζήλο.
Αστέριος Παντοκράτορας

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

Αυτό το "Κάποτε", το έλεγαν Ζωή

Αυτό το "Κάποτε", το έλεγαν Ζωή
Από τα Κοινωνικά του Apela.gr 25/5/2009
• Kάποτε ο χρόνος είχε τέσσερις εποχές, σήμερα έχει δύο.
• Κάποτε δουλεύαμε οκτώ ώρες, σήμερα έχουμε χάσει το μέτρημα.
• Κάποτε είχαμε χρόνο να πάμε για καφέ με τους φίλους μας. Τώρα τα λέμε μέσω MSN και facebook.
• Κάποτε είχαμε χρόνο να κοιτάξουμε τον ουρανό, να δούμε το χρώμα του, να ακούσουμε το κελάιδισμα των πουλιών, να νιώσουμε την ευωδιά του βρεγμένου χώματος. Σήμερα τα βλέπουμε στην τηλεόραση.
• Κάποτε παίζαμε με τους φίλους μας ποδόσφαιρο στις αλάνες. Σήμερα παίζουμε ποδόσφαιρο στο Playstation.
• Κάποτε ζητάγαμε συγγνώμη από κοντά. Σήμερα το λέμε και με SMS.
• Κάποτε κυκλοφορούσαμε με ταπεινά αυτοκίνητα 1.000 κυβικών και ήμασταν χαρούμενοι. Σήμερα κυκλοφορούμε με τζιπ 2.000 κυβικών και στεναχωριόμαστε που δεν έχουμε τζιπ. 3.000 κυβικών.
• Κάποτε αγοράζαμε ένα παντελόνι και το είχαμε για δύο χρόνια. Τώρα το έχουμε δύο μήνες και μετά παίρνουμε άλλο.
• Κάποτε ζούσαμε σε σπίτι 65 τετραγωνικών και ήμασταν ευτυχισμένοι. Σήμερα ζούμε σε σπίτια 120 τετραγωνικών και δεν χωράμε μέσα.
• Κάποτε λέγαμε καλημέρα σε ένα περαστικό και τον ρωτούσαμε για την τάδε οδό. Σήμερα μας το λέει ο navigator.
• Κάποτε πίναμε νερό της βρύσης και ήμασταν μια χαρά. Σήμερα πίνουμε εμφιαλωμένο και αρρωσταίνουμε.
• Κάποτε είχαμε τις πόρτες των σπιτιών ανοικτές, όπως και τις καρδιές μας. Σήμερα κλειδαμπαρωνόμαστε, βάζουμε συναγερμούς και έχουμε και 5 - 6 λυκόσκυλα για να μην αφήσουμε κανέναν να μας πλησιάσει. Είτε είναι καλός, είτε κακός.
• Κάποτε ξυπνάγαμε πρωί πρωί την Κυριακή για να πάμε στην εκκλησία. Σήμερα δεν πάμε γιατί είναι μπανάλ και γιατί οι παπάδες γίνανε μεσίτες και επιχειρηματίες.
• Κάποτε περνούσε ο πολιτικός από δίπλα σου και σηκωνόσουν από σεβασμό και άκουγες με αγωνία τι θα πει. Σήμερα περνά από δίπλα σου και τον φτύνεις στα μούτρα, ενώ δεν πιστεύεις τίποτε απ' όσα πει.
• Κάποτε είχαμε 2 τηλεοπτικά κανάλια και πάντα βρίσκαμε κάτι ενδιαφέρον να δούμε. Σήμερα έχουμε 100 κανάλια και δεν μας αρέσει κανένα πρόγραμμα.
• Κάποτε μαζευόμασταν όλη η οικογένεια γύρω από το κυριακάτικο τραπέζι και αισθανόμασταν ενωμένοι και ευτυχισμένοι. Σήμερα έχει ο καθένας το δικό του δωμάτιο και δεν βρισκόμαστε μαζί στο τραπέζι ποτέ.
• Κάποτε η σκληρή δουλειά ήταν ιδανικό. Σήμερα είναι βλακεία.
• Κάποτε τα περιοδικά έπαιρναν συνέντευξη από τον Σεφέρη. Σήμερα παίρνουν από τον Καρβέλα.
• Κάποτε μας μάγευε η φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη, σήμερα μας ξεκουφαίνει η Μπεζαντάκου.
• Κάποτε οι τραγουδίστριες τραγουδούσαν με τη φωνή. Σήμερα τραγουδούν με το κορμί.
• Κάποτε ντοκουμέντο ήταν μια επιστημονική ανακάλυψη. Σήμερα ντοκουμέντο είναι ένα ερασιτεχνικό βίντεο που δείχνει δύο οπαδούς ομάδων να ανοίγουν ο ένας το κεφάλι του άλλου.
• Κάποτε βλέπαμε στην τηλεόραση κινούμενα σχέδια με τον Μίκυ Μάους, τον Σεραφίνο, τον Τιραμόλα. Σήμερα βλέπουμε τους Power Rangers και τους Monsters με όπλα και χειροβομβίδες να σκοτώνουν και να ξεκοιλιάζουν τους κακούς.
• Κάποτε μας αρκούσε μια βόλτα με την κοπέλα μας σε ένα ταπεινό δρομάκι της γειτονιάς, χέρι-χέρι, να κοιτάμε τον ουρανό, να σιγοψιθυρίζουμε ένα ρομαντικό τραγουδάκι και να ταξιδεύουμε νοητά. Σήμερα πάμε διακοπές στο Ντουμπάι, στο Μαρόκο και στο Μεξικό. Και ονειρευόμαστε ταξίδια στο Θιβέτ.
• Κάποτε είχαμε το θάρρος και τη λεβεντιά να λέμε "Έκανα λάθος". Σήμερα λέμε "Αυτός φταίει".
• Κάποτε νοιαζόμασταν για το γείτονα, σήμερα τσατιζόμαστε αν αγοράσει καλύτερη τηλεόραση από εμάς.
• Κάποτε ζούσαμε με το μισθό μας. Σήμερα ζούμε με τους μισθούς που ΘΑ πάρουμε.
• Κάποτε δεν είχαμε φράγκο στην τσέπη, μα ήμασταν τόσο, μα τόσο ευτυχισμένοι! Σήμερα έχουμε τα πάντα και τρωγόμαστε με τα ρούχα μας.
• Κάποτε περνάγαμε υπέροχα στο ταβερνάκι της γειτονιάς, με κρασάκι, τραγούδι και κουτσομπολιό. Σήμερα μιζεριάζουμε σε ακριβά εστιατόρια του Κολωνακίου και της Σπάρτης.
• Κάποτε ιδανικό ήταν να γίνεις αναγνωρισμένος. Σήμερα ιδανικό είναι να γίνεις απλά αναγνωρίσιμος.
• Κάποτε μας δάνειζε λεφτά ο αδελφός μας. Σήμερα μας δανείζουν οι τράπεζες.
• Κάποτε κοιτούσαμε στα μάτια τους ανθρώπους. Τώρα τους κοιτάμε στην τσέπη.
• Κάποτε δουλεύαμε για να ζήσουμε. Σήμερα ζούμε για να δουλεύουμε.
• Κάποτε είχαμε χρόνο για τον εαυτό μας. Σήμερα δεν έχουμε χρόνο για κανένα.
Αυτό το "Κάποτε", το έλεγαν Ζωή. Από τα Κοινωνικά του Apela.gr